δοκιμιογραφικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δοκιμιογραφικός η δοκιμιογραφική το δοκιμιογραφικό
      γενική του δοκιμιογραφικού της δοκιμιογραφικής του δοκιμιογραφικού
    αιτιατική τον δοκιμιογραφικό τη δοκιμιογραφική το δοκιμιογραφικό
     κλητική δοκιμιογραφικέ δοκιμιογραφική δοκιμιογραφικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δοκιμιογραφικοί οι δοκιμιογραφικές τα δοκιμιογραφικά
      γενική των δοκιμιογραφικών των δοκιμιογραφικών των δοκιμιογραφικών
    αιτιατική τους δοκιμιογραφικούς τις δοκιμιογραφικές τα δοκιμιογραφικά
     κλητική δοκιμιογραφικοί δοκιμιογραφικές δοκιμιογραφικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

δοκιμιογραφικός < δοκιμιογραφία / δοκιμιογράφος + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιφαργοιμικοδ

δοκιμιογραφικός

Δείτε επίσης

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Φιλολογία (νέα ελληνικά)