δυναμική ενέργεια
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | δυναμική ενέργεια | ||
| γενική | της | δυναμικής ενέργειας | ||
| αιτιατική | τη | δυναμική ενέργεια | ||
| κλητική | δυναμική ενέργεια | |||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιεγρενεηκιμανυδ
δυναμική ενέργεια θηλυκό
- (φυσική)Κατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά) η ενέργεια που αποθηκεύεται σε ένα αντικείμενο λόγω της θέσης του ή της κατάστασής του μέσα σε ένα πεδίο δυνάμεων, όπως το βαρυτικό ή το ελαστικό πεδίο
Υπερώνυμα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
δυναμική ενέργεια
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά)