δωδεκαδακτυλοσκόπηση

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δωδεκαδακτυλοσκόπηση οι δωδεκαδακτυλοσκοπήσεις
      γενική της δωδεκαδακτυλοσκόπησης* των δωδεκαδακτυλοσκοπήσεων
    αιτιατική τη δωδεκαδακτυλοσκόπηση τις δωδεκαδακτυλοσκοπήσεις
     κλητική δωδεκαδακτυλοσκόπηση δωδεκαδακτυλοσκοπήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, δωδεκαδακτυλοσκοπήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

δωδεκαδακτυλοσκόπηση < δωδεκαδάκτυλος + -ο- + -σκόπηση

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησηποκσολυτκαδακεδωδ

δωδεκαδακτυλοσκόπηση θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησηποκσολυτκαδακεδωδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)