εικοσιδυεξαενοϊκό οξύ

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εικοσιδυεξαενοϊκό οξύ τα εικοσιδυεξαενοϊκά οξέα
      γενική του εικοσιδυεξαενοϊκού οξέος των εικοσιδυεξαενοϊκών οξέων
    αιτιατική το εικοσιδυεξαενοϊκό οξύ τα εικοσιδυεξαενοϊκά οξέα
     κλητική εικοσιδυεξαενοϊκό οξύ εικοσιδυεξαενοϊκά οξέα
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εικοσιδυεξαενοϊκό οξύ < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#υξοοκιονεαξευδισοκιε

εικοσιδυεξαενοϊκό οξύ

Δείτε επίσης

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Βιοχημεία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)