εικοσιπεντάδραχμο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εικοσιπεντάδραχμο τα εικοσιπεντάδραχμα
      γενική του εικοσιπεντάδραχμου των εικοσιπεντάδραχμων
    αιτιατική το εικοσιπεντάδραχμο τα εικοσιπεντάδραχμα
     κλητική εικοσιπεντάδραχμο εικοσιπεντάδραχμα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εικοσιπεντάδραχμο < εικοσιπέντ(ε) + (βλ. και πεντά-) + -δραχμοΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -δραχμο (νέα ελληνικά)  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος: εικοσιπεντάδραχμο έκδοσης του 1913

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ομχαρδατνεπισοκιε

εικοσιπεντάδραχμο ουδέτερο

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ομχαρδατνεπισοκιε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιστορία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -δραχμο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νομίσματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)