εικοτολογικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- εικοτολογικός < εικοτολογία + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) < αρχαία ελληνική εἰκοτολογία
Προφορά
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγολοτοκιε
εικοτολογικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με εικοτολογία, αναφέρεται σ’ αυτή ή προκύπτει εικοτολογώντας
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις εικοτολογία, εικάζω και λέγω
Μεταφράσεις
εικοτολογικός