ειρηνοδικειακός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ειρηνοδικειακός η ειρηνοδικειακή το ειρηνοδικειακό
      γενική του ειρηνοδικειακού της ειρηνοδικειακής του ειρηνοδικειακού
    αιτιατική τον ειρηνοδικειακό την ειρηνοδικειακή το ειρηνοδικειακό
     κλητική ειρηνοδικειακέ ειρηνοδικειακή ειρηνοδικειακό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ειρηνοδικειακοί οι ειρηνοδικειακές τα ειρηνοδικειακά
      γενική των ειρηνοδικειακών των ειρηνοδικειακών των ειρηνοδικειακών
    αιτιατική τους ειρηνοδικειακούς τις ειρηνοδικειακές τα ειρηνοδικειακά
     κλητική ειρηνοδικειακοί ειρηνοδικειακές ειρηνοδικειακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ειρηνοδικειακός < ειρηνοδικείο + -ακός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκαιεκιδονηριε

ειρηνοδικειακός

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκαιεκιδονηριε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)