εισιτηριοαποφυγή

Δείτε επίσης: εισιτηριοδιαφυγή, εισφοροδιαφυγή

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εισιτηριοαποφυγή οι εισιτηριοαποφυγές
      γενική της εισιτηριοαποφυγής των εισιτηριοαποφυγών
    αιτιατική την εισιτηριοαποφυγή τις εισιτηριοαποφυγές
     κλητική εισιτηριοαποφυγή εισιτηριοαποφυγές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εισιτηριοαποφυγή < εισιτήριο + -ο- + αποφυγή

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηγυφοπαοιρητισιε

εισιτηριοαποφυγή θηλυκό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ηγυφοπαοιρητισιε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)