εισφοροδιαφεύγω
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- εισφοροδιαφεύγω < εισφορά + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + διαφεύγω
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωγυεφαιδοροφσιε
εισφοροδιαφεύγω
- (οικονομίαΚατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά), νεολογισμόςΚατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)) αποφεύγω, με πρόθεση ή μεθοδεύσεις, την καταβολή των νόμιμων ασφαλιστικών εισφορών προς τα αρμόδια ταμεία
Συγγενικά
Δείτε επίσης
Κλίση
Μεταφράσεις
εισφοροδιαφεύγω
|
|
Πηγές
- εισφοροδιαφεύγω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ωγυεφαιδοροφσιε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)