εκατονταπλασιάζω
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- εκατονταπλασιάζω < εκατονταπλάσιος + -άζωΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -άζω (νέα ελληνικά)
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωζαισαλπατνοτακε
εκατονταπλασιάζω
- αυξάνω την ποσότητα, το μέγεθος ή την ισχύ ενός δεδομένου στο εκατονταπλάσιο της αρχικής του υπόστασης μέσω του πολλαπλασιασμού με τον αριθμό εκατό
Κλίση
Μεταφράσεις
Πηγές
- εκατονταπλασιάζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- εκατονταπλασιάζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ωζαισαλπατνοτακε