εκβαρβαρώσεως
Νέα ελληνικά (el)
Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (νέα ελληνικά)
εκβαρβαρώσεως θηλυκό
- (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (νέα ελληνικά) γενική ενικού του εκβαρβάρωση
- εναλλακτικά: εκβαρβάρωσης