εκδικητική πορνογραφία
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιφαργονροπηκιτηκιδκε
εκδικητική πορνογραφία
- (νεολογισμός)Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) η ανάρτηση και διανομή στο διαδίκτυο οπτικού ή οπτικοακουστικού υλικού σεξουαλικού περιεχομένου (όπως βίντεο και φωτογραφίες), που αφορούν κάποιο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεση του ατόμου αυτού, που γίνεται συνήθως από πρώην ερωτικό σύντροφο ή κάποιον χάκερ, με σκοπό να ταπεινώσει το εικονιζόμενο πρόσωπο, να προσβάλει την αξιοπρέπεια, να βλάψει τη φήμη και την υπόληψή του/της
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Η μη συναινετική πορνογραφία ή αλλιώς εκδικητική πορνογραφία, η οποία ολοένα και συχνότερα απασχολεί τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δεν είναι παθογένεια μόνο της εποχής μας. Πρόκειται για την ίδια και απαράλλαχτη τακτική κοινωνικού στιγματισμού και ταπείνωσης των γυναικών, με τον μανδύα της τεχνολογίας τώρα, αλλά ακόμη πιο βάρβαρη από την εποχή που κούρευαν τις διακορευμένες άγαμες κορασίδες και τις περιέφεραν μισόγυμνες πάνω στον γάιδαρο.
- Πασχαλία Τραυλού, «Εκδικητική πορνογραφία, μαρτύριο διαρκείας», * Καθημερινή.gr (21 Αυγούστου 2020)· πρόσβαση: 2021-12-14.
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
εκδικητική πορνογραφία
|
Πηγές
- «εκδικητική πορνογραφία», Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE)· πρόσβαση: 2021-12-14.
- πορνογραφία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιφαργονροπηκιτηκιδκε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)