εκδοροσφαγέας

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εκδοροσφαγέας οι εκδοροσφαγείς
      γενική του εκδοροσφαγέα
& εκδοροσφαγέως
των εκδοροσφαγέων
    αιτιατική τον εκδοροσφαγέα τους εκδοροσφαγείς
     κλητική εκδοροσφαγέα εκδοροσφαγείς
Κατηγορία όπως «αμφορέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αμφορέας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εκδοροσφαγέας < (καθαρεύουσα) ἐκδοροσφαγεύς < ἐκδορεύς (< εκδορά) + -ο- + σφαγεύς (< αρχαία ελληνική σφαγεύς)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαεγαφσοροδκε

εκδοροσφαγέας αρσενικό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σαεγαφσοροδκε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αμφορέας' (νέα ελληνικά)