εκθαμβωτικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- εκθαμβωτικός < (καθαρεύουσα) ἐκθαμβωτικός < ἐκθαμβώ(νω) < + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) < έκθαμβος[1] < (ελληνιστική κοινή) ἔκθαμβος. Δείτε έκ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα εκ- (νέα ελληνικά), θάμβος, και τα ελληνιστικά ἐκθαμβητικός, ἐκθαμβόομαι.
Προφορά
- ΔΦΑ : /ek.θaɱ.vo.tiˈkos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : εκ‐θαμ‐βω‐τι‐κός
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτωβμαθκε
εκθαμβωτικός
- (κυριολεκτικά) που μπορεί να θαμπώσει ή και να τυφλώσει με τη λάμψη του
εκθαμβωτικά φώτα
- (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) που είναι πάρα πολύ όμορφος, ικανός να τυφλώσει κάποιον από τη λάμψη που εκπέμπει η ομορφιά του
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Αν και περασμένης ηλικίας, η καλλονή της ήταν εκθαμβωτική. Θα την ονομάσω: η γλωσσοκοπάνα καλλονή, εξαιτίας της πολυλογίας της που στρεφόταν χαριτωμένα εναντίον μου. (Θάνος Σταθόπουλος, La Folie, εκδ. Ίκαρος, 2015)
Συνώνυμα
Συγγενικά
→ και δείτε τη λέξη θάμβος
Μεταφράσεις
Αναφορές
- ↑ εκθαμβωτικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα εκ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά