εκκαθολικισμός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομσικιλοθακκε
εκκαθολικισμός αρσενικό
- (θρησκεία)Κατηγορία:Θρησκεία (νέα ελληνικά) η διαδικασία με την οποία ένας λαός ή ομάδα ανθρώπων υιοθετεί τον καθολικισμό
Ο εκκαθολικισμός των τοπικών πληθυσμών προκάλεσε σημαντικές κοινωνικές αλλαγές.- ≈ συνώνυμα: εκκαθολίκευση
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις καθολικός, καθολικισμός, καθολικότητα και καθολίκευση
Μεταφράσεις
εκκαθολικισμός
Πηγές
- εκκαθολικισμός, σελ.337, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σομσικιλοθακκε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Θρησκεία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ισμός (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)