εκμεταλλευσιμότητα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- εκμεταλλευσιμότητα < εκμεταλλεύσιμος + -ότηταΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητομισυελλατεμκε
εκμεταλλευσιμότητα θηλυκό
- (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) η ιδιότητα του εκμεταλλεύσιμου, ο βαθμός στον οποίο ένας πόρος, αγαθό ή κατάσταση μπορεί να αξιοποιηθεί πρακτικά προς όφελος κάποιου, λαμβάνοντας υπόψη τεχνικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς περιορισμούς
Μεταφράσεις
εκμεταλλευσιμότητα
Πηγές
- εκμεταλλευσιμότητα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ατητομισυελλατεμκε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)