εκμεταλλευτικός

Δείτε επίσης: μεταλλευτικός, εκμεταλλεύσιμος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εκμεταλλευτικός η εκμεταλλευτική το εκμεταλλευτικό
      γενική του εκμεταλλευτικού της εκμεταλλευτικής του εκμεταλλευτικού
    αιτιατική τον εκμεταλλευτικό την εκμεταλλευτική το εκμεταλλευτικό
     κλητική εκμεταλλευτικέ εκμεταλλευτική εκμεταλλευτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εκμεταλλευτικοί οι εκμεταλλευτικές τα εκμεταλλευτικά
      γενική των εκμεταλλευτικών των εκμεταλλευτικών των εκμεταλλευτικών
    αιτιατική τους εκμεταλλευτικούς τις εκμεταλλευτικές τα εκμεταλλευτικά
     κλητική εκμεταλλευτικοί εκμεταλλευτικές εκμεταλλευτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εκμεταλλευτικός < εκμεταλλευτής + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτυελλατεμκε

εκμεταλλευτικός

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτυελλατεμκε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά