εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) abgetönte Dehnstufe

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αδιμθαβηνεμωιορετεηνεματετκε

εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αδιμθαβηνεμωιορετεηνεματετκε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)