ελαιοραβδιστικό
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ελαιοραβδιστικό < ελαία + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + ραβδιστικό
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οκιτσιδβαροιαλε
ελαιοραβδιστικό ουδέτερο
- (τεχνολογία)Κατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά) φορητό, συνήθως ηλεκτρικό ή μηχανικό, εργαλείο που μεταδίδει παλμικές ή περιστροφικές κινήσεις σε ράβδους ή δόντια, ώστε να αποσπώνται οι ελιές από τα κλαδιά κατά τη συγκομιδή
Άλλες μορφές
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
ελαιοραβδιστικό
|
|
Πηγές
- ελαιοραβδιστικό - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οκιτσιδβαροιαλε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά)