ελασματουργείο
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ελασματουργείο < ελασματουργός + -είο
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιεγρυοταμσαλε
ελασματουργείο ουδέτερο
- το εργοστάσιο ή εργαστήριο όπου παρασκευάζονται ελάσματα
Μεταφράσεις
ελασματουργείο
|
|