ελαστικοποιούμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
ελαστικοποιούμαι
- παθητική φωνή του ρήματος ελαστικοποιώ
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ελαστικοποιούμαι | ελαστικοποιούμουν | θα ελαστικοποιούμαι | να ελαστικοποιούμαι | ||
| β' ενικ. | ελαστικοποιείσαι | ελαστικοποιούσουν | θα ελαστικοποιείσαι | να ελαστικοποιείσαι | ||
| γ' ενικ. | ελαστικοποιείται | ελαστικοποιούνταν | θα ελαστικοποιείται | να ελαστικοποιείται | ||
| α' πληθ. | ελαστικοποιούμαστε | ελαστικοποιούμασταν ελαστικοποιούμαστε |
θα ελαστικοποιούμαστε | να ελαστικοποιούμαστε | ||
| β' πληθ. | ελαστικοποιείστε | ελαστικοποιούσασταν ελαστικοποιούσαστε |
θα ελαστικοποιείστε | να ελαστικοποιείστε | ελαστικοποιείστε | |
| γ' πληθ. | ελαστικοποιούνται | ελαστικοποιούνταν | θα ελαστικοποιούνται | να ελαστικοποιούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ελαστικοποιήθηκα | θα ελαστικοποιηθώ | να ελαστικοποιηθώ | ελαστικοποιηθεί | ||
| β' ενικ. | ελαστικοποιήθηκες | θα ελαστικοποιηθείς | να ελαστικοποιηθείς | ελαστικοποιήσου | ||
| γ' ενικ. | ελαστικοποιήθηκε | θα ελαστικοποιηθεί | να ελαστικοποιηθεί | |||
| α' πληθ. | ελαστικοποιηθήκαμε | θα ελαστικοποιηθούμε | να ελαστικοποιηθούμε | |||
| β' πληθ. | ελαστικοποιηθήκατε | θα ελαστικοποιηθείτε | να ελαστικοποιηθείτε | ελαστικοποιηθείτε | ||
| γ' πληθ. | ελαστικοποιήθηκαν ελαστικοποιηθήκαν(ε) |
θα ελαστικοποιηθούν(ε) | να ελαστικοποιηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω ελαστικοποιηθεί | είχα ελαστικοποιηθεί | θα έχω ελαστικοποιηθεί | να έχω ελαστικοποιηθεί | ελαστικοποιημένος | |
| β' ενικ. | έχεις ελαστικοποιηθεί | είχες ελαστικοποιηθεί | θα έχεις ελαστικοποιηθεί | να έχεις ελαστικοποιηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει ελαστικοποιηθεί | είχε ελαστικοποιηθεί | θα έχει ελαστικοποιηθεί | να έχει ελαστικοποιηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε ελαστικοποιηθεί | είχαμε ελαστικοποιηθεί | θα έχουμε ελαστικοποιηθεί | να έχουμε ελαστικοποιηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε ελαστικοποιηθεί | είχατε ελαστικοποιηθεί | θα έχετε ελαστικοποιηθεί | να έχετε ελαστικοποιηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν ελαστικοποιηθεί | είχαν ελαστικοποιηθεί | θα έχουν ελαστικοποιηθεί | να έχουν ελαστικοποιηθεί | ||
Μεταφράσεις
ελαστικοποιούμαι
|
|