ελαφροχέρης

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ελαφροχέρης οι ελαφροχέρηδες
      γενική του ελαφροχέρη των ελαφροχέρηδων
    αιτιατική τον ελαφροχέρη τους ελαφροχέρηδες
     κλητική ελαφροχέρη ελαφροχέρηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ελαφροχέρης < ελαφρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ελαφρο- (νέα ελληνικά) + χέρι + -ηςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ης (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηρεχορφαλε

ελαφροχέρης αρσενικό (θηλυκό ελαφροχέρα)

  1. (κυριολεκτικά) άτομο που ενεργεί με εξαιρετική επιδεξιότητα και ταχύτητα στα χέρια, ιδίως σε κινήσεις που απαιτούν λεπτό χειρισμό
  2. (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) κλέφτης μικροαντικειμένων —συνήθως πορτοφολάς— που αφαιρεί πράγματα γρήγορα και διακριτικά χωρίς να τον αντιλαμβάνονται

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ης (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ελαφρο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)