ελαφροχέρης
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηρεχορφαλε
ελαφροχέρης αρσενικό (θηλυκό ελαφροχέρα)
- (κυριολεκτικά) άτομο που ενεργεί με εξαιρετική επιδεξιότητα και ταχύτητα στα χέρια, ιδίως σε κινήσεις που απαιτούν λεπτό χειρισμό
- (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) κλέφτης μικροαντικειμένων —συνήθως πορτοφολάς— που αφαιρεί πράγματα γρήγορα και διακριτικά χωρίς να τον αντιλαμβάνονται
Μεταφράσεις
ελαφροχέρης
Πηγές
- ελαφροχέρης - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σηρεχορφαλε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ης (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ελαφρο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)