ελγίνεια μάρμαρα
Νέα ελληνικά (el)
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αραμραμαιενιγλε
ελγίνεια μάρμαρα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- → δείτε τη λέξη ελγίνεια