ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας | οι | ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας |
| γενική | του | ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας | των | ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας |
| αιτιατική | τον | ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας | τους | ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας |
| κλητική | ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας | ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας < (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) air traffic controller) → δείτε τις λέξεις ελεγκτής και εναέρια κυκλοφορία
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαιροφολκυκσαιρεανεσητκγελε
ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας αρσενικό
- (αεροπορικός όροςΚατηγορία:Αεροπορικοί όροι (νέα ελληνικά), επάγγελμαΚατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)) άτομο που χρησιμοποιεί σύστημα ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, για να διασφαλίσει την ασφαλή κίνηση των αεροσκαφών
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Η αποχή των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας από τα καθήκοντά τους δεν θα επιτρέψει την πραγματοποίηση καμίας πτήσης κατά τη διάρκεια της στάσης εργασίας, ενώ και η αποκατάσταση μετά την ολοκλήρωση της κινητοποίησης θα έχει σημαντικές δυσκολίες δεδομένης της διαδοχικής στάσης εργασίας από τους ηλεκτρονικούς. (Ταλαιπωρία για τους επιβάτες λόγω στάσης εργασίας των Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας, cnn.gr, 7 Οκτωβρίου 2020)
Άλλες μορφές
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας
Πηγές
- ελεγκτής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σαιροφολκυκσαιρεανεσητκγελε
Κατηγορία:Αεροπορικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση αρσενικών πολυλεκτικών όρων με ένα κλιτό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι με ένα κλιτό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)