ελεγκτικολογιστικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ελεγκτικολογιστικός < ελεγκτικός + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + λογιστικός
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσιγολοκιτκγελε
ελεγκτικολογιστικός
- (οικονομία)Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά) (νεολογισμός)Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) που έχει σχέση με την εφαρμοσμένη λογιστική και ελεγκτική ή αναφέρεται σ’ αυτές
Συγγενικά
Μεταφράσεις
ελεγκτικολογιστικός
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)