ελευθερισμός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ελευθερισμός οι ελευθερισμοί
      γενική του ελευθερισμού των ελευθερισμών
    αιτιατική τον ελευθερισμό τους ελευθερισμούς
     κλητική ελευθερισμέ ελευθερισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ελευθερισμός < αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) libertarianism

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομσιρεθυελε

ελευθερισμός αρσενικό ή λιμπερταριανισμός

  • η ηθική θεωρία που υποστηρίζει ότι οι ηθικοί δρώντες είναι ιδιοκτήτες του εαυτού τους και μπορούν να αποκτούν ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε πράγματα του εξωτερικού κόσμου

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σομσιρεθυελε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)