ελευθεροποίηση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ελευθεροποίηση | οι | ελευθεροποιήσεις |
| γενική | της | ελευθεροποίησης* | των | ελευθεροποιήσεων |
| αιτιατική | την | ελευθεροποίηση | τις | ελευθεροποιήσεις |
| κλητική | ελευθεροποίηση | ελευθεροποιήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, ελευθεροποιήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησηιοπορεθυελε
ελευθεροποίηση θηλυκό
- (λόγιοΚατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά), σπάνιοΚατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)) διαδικασία κατά την οποία αίρονται ή περιορίζονται θεσμικοί, νομικοί ή κρατικοί έλεγχοι σε έναν τομέα, με αποτέλεσμα την ενίσχυση της ελεύθερης λειτουργίας του —ιδίως στην οικονομία— και τη μεγαλύτερη αυτονομία των εμπλεκομένων φορέων
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
ελευθεροποίηση
Πηγές
- ελευθεροποίηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησηιοπορεθυελε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποίηση (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)