ελικοπτερατζής
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μπαλωματής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ελικοπτερατζής < ελικόπτερ(ο) + -ατζήςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ατζής (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηζταρετποκιλε
ελικοπτερατζής αρσενικό
- (επάγγελμαΚατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά), λαϊκότροποΚατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)) ο χειριστής ελικοπτέρου
Συγγενικά
- → δείτε τη λέξη ελικόπτερο
Μεταφράσεις
ελικοπτερατζής
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ατζής (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μπαλωματής' (νέα ελληνικά)