εμβολιαστικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εμβολιαστικός η εμβολιαστική το εμβολιαστικό
      γενική του εμβολιαστικού της εμβολιαστικής του εμβολιαστικού
    αιτιατική τον εμβολιαστικό την εμβολιαστική το εμβολιαστικό
     κλητική εμβολιαστικέ εμβολιαστική εμβολιαστικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εμβολιαστικοί οι εμβολιαστικές τα εμβολιαστικά
      γενική των εμβολιαστικών των εμβολιαστικών των εμβολιαστικών
    αιτιατική τους εμβολιαστικούς τις εμβολιαστικές τα εμβολιαστικά
     κλητική εμβολιαστικοί εμβολιαστικές εμβολιαστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εμβολιαστικός < εμβολιάζω + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσαιλοβμε

εμβολιαστικός

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτσαιλοβμε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Βοτανική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά