εμβυσματούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εμβυσματούμενος η εμβυσματούμενη το εμβυσματούμενο
      γενική του εμβυσματούμενου της εμβυσματούμενης του εμβυσματούμενου
    αιτιατική τον εμβυσματούμενο την εμβυσματούμενη το εμβυσματούμενο
     κλητική εμβυσματούμενε εμβυσματούμενη εμβυσματούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εμβυσματούμενοι οι εμβυσματούμενες τα εμβυσματούμενα
      γενική των εμβυσματούμενων των εμβυσματούμενων των εμβυσματούμενων
    αιτιατική τους εμβυσματούμενους τις εμβυσματούμενες τα εμβυσματούμενα
     κλητική εμβυσματούμενοι εμβυσματούμενες εμβυσματούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εμβυσματούμενος < εμ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα εμ- (νέα ελληνικά) + βύσμα + -ούμενοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούμενος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυοταμσυβμε

εμβυσματούμενος, -η, -ο

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυοταμσυβμε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούμενος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα εμ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά)