εμπεριστατωμένα
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- εμπεριστατωμένα < εμπεριστατωμέν(ος) + -αΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -α (νέα ελληνικά)
Προφορά
- ΔΦΑ : /em.be.ri.sta.toˈme.na/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐μπε‐ρι‐στα‐τω‐μέ‐να
ΕπίρρημαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ανεμωτατσιρεπμε
εμπεριστατωμένα
- λεπτομερειακά, με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια
- άλλες μορφές: εμπεριστατωμένως (λόγιο)
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.
Πηγές
- εμπεριστατωμένος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Μεταφράσεις
εμπεριστατωμένα
|
|