εμπιστεύομαι

Δείτε επίσης: ἐμπιστεύομαι

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

εμπιστεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) ἐμπιστεύομαι[1] < ἐν (εμ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα εμ- (νέα ελληνικά)) + πιστεύω -ομαι

Προφορά

ΔΦΑ : /em.biˈste.vo.me/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: εμπιστεύομαι
παλιότερος συλλαβισμός: εμπιστεύομαι

ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμουετσιπμε

εμπιστεύομαι, π.αόρ.: εμπιστεύτηκα/εμπιστεύθηκα (αποθετικό ρήμα)Κατηγορία:Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)

  1. (με αιτιατική προσώπου) έχω εμπιστοσύνη σε κάποιον
    παράδειγμα  δεν μπορεί κανείς να τον εμπιστευτεί, δεν τηρεί ποτέ το λόγο του
      Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) ποτέ οι πωλήσεις των βιβλίων μου δεν ξεπερνούσαν το φράγμα της πρώτης, άντε το πολύ της δεύτερης έκδοσης. «Μη στενοχωριέσαι. Είναι γιατί είσαι ιδιαίτερος συγγραφέας. Σε διαβάζουν λίγοι αλλά εκλεκτοί ... » Με τέτοια με παρηγορούσε ο μπαγάσας. Ήταν από τους δυο τρεις που έβγαινα για ποτό και που εμπιστευόμουν τα χειρόγραφα να ακούσω τη γνώμη τους. (Κώστας Ακριβός, Γάλα Μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
  2. (με αιτιατική και γενική ή εμπρόθετο) αφήνω κάτι στη φύλαξη κάποιου στον οποίο έχω εμπιστοσύνη
    παράδειγμα  ο καταζητούμενος εξαπάτησε πολλούς που του εμπιστεύτηκαν τα χρήματά τους
  3. (μεταφορικά) φανερώνω ένα μυστικό σε κάποιον
    παράδειγμα  του εμπιστεύτηκα κάτι και το είπε σε όλο τον κόσμο

Συγγενικά

Κλίση

Μεταφράσεις

Αναφορές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ιαμουετσιπμε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα εμ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)