εμπορευματοκιβωτιοφόρο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εμπορευματοκιβωτιοφόρο τα εμπορευματοκιβωτιοφόρα
      γενική του εμπορευματοκιβωτιοφόρου των εμπορευματοκιβωτιοφόρων
    αιτιατική το εμπορευματοκιβωτιοφόρο τα εμπορευματοκιβωτιοφόρα
     κλητική εμπορευματοκιβωτιοφόρο εμπορευματοκιβωτιοφόρα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εμπορευματοκιβωτιοφόρο < εμπορευματοκιβώτιο + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -φόροΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -φόρο (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οροφοιτωβικοταμυεροπμε

εμπορευματοκιβωτιοφόρο ουδέτερο

Συνώνυμα

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οροφοιτωβικοταμυεροπμε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -φόρο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)