εμπορροράπτης

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εμπορροράπτης οι εμπορροράπτες
      γενική του εμπορροράπτη των εμπορροραπτών
    αιτιατική τον εμπορροράπτη τους εμπορροράπτες
     κλητική εμπορροράπτη εμπορροράπτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εμπορροράπτης < (καθαρεύουσα) ἐμπορροράπτης

Προφορά

ΔΦΑ : /em.bo.ɾoˈɾa.ptis/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: εμπορροράπτης

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητπαρορροπμε

εμπορροράπτης αρσενικό

Άλλες γραφές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητπαρορροπμε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)