εμφιαλωτήριο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | εμφιαλωτήριο | τα | εμφιαλωτήρια |
| γενική | του | εμφιαλωτήριου & εμφιαλωτηρίου |
των | εμφιαλωτήριων & εμφιαλωτηρίων |
| αιτιατική | το | εμφιαλωτήριο | τα | εμφιαλωτήρια |
| κλητική | εμφιαλωτήριο | εμφιαλωτήρια | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- εμφιαλωτήριο < εμφιαλώνω + -τήριοΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τήριο (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιρητωλαιφμε
εμφιαλωτήριο ουδέτερο
Μεταφράσεις
εμφιαλωτήριο
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τήριο (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)