εν ριπή οφθαλμού

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

εν ριπή οφθαλμού < (ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)) ἐν, ῥιπῇ (δοτικήΚατηγορία:Όροι με δοτική (νέα ελληνικά) ενικού του ῥιπή) & ὀφθαλμοῦ (γενική ενικού του ὀφθαλμός)  δείτε τις λέξεις εν, ριπή και οφθαλμός. Η έκφραση προέρχεται από την Καινή Διαθήκη.[1][2]
  Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από την Καινή Διαθήκη (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή) 2ος κε αιώνας Καινή Διαθήκη, Παύλου τοῦ Ἀποστόλου ἡ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ πρώτη, 15.51-15.52
Πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα, ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ, ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι·
Ὅλοι μὲν δὲν θὰ κοιμηθοῦμε (δὲν θὰ πεθάνωμε), ὅλοι ὅμως θὰ μεταμορφωθοῦμε, σὲ μιὰ στιγμή, σ᾽ ὅσο χρειάζεται ν᾿ ἀνοιγοχλείσῃ τὸ μάτι, ὅταν ἠχήσῃ ἡ τελευταία σάλπιγγα.
Μετάφραση: Νικόλαος Σωτηρόπουλος, @archive.org

ΈκφρασηΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#υομλαθφοηπιρνε

εν ριπή οφθαλμού (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)

  1. (κυριολεκτικά) σε μία ματιά
  2. (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) πάρα πολύ γρήγορα, σε ελάχιστο χρόνο
     συνώνυμα: ακαριαία, αστραπιαία, ταχύτατα

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
  2. Μαρκαντωνάτος, Γεράσιμος Αν. Λεξικό αρχαίων, βυζαντινών και λόγιων φράσεων της νέας ελληνικής. Αθήνα: Gutenberg, 2002, 5η έκδοση  βελτιωμένη και συμπληρωμένη. 1η: 1992.

Πηγές

Κατηγορία:Όροι με δοτική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από την Καινή Διαθήκη (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)