εναλλασσόμενο ρεύμα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμυερονεμοσσαλλανε
εναλλασσόμενο ρεύμα ουδέτερο
- (ηλεκτρολογία)Κατηγορία:Ηλεκτρολογία (νέα ελληνικά) τύπος ηλεκτρικού ρεύματος που αλλάζει κατεύθυνση περιοδικά σε αντίθεση με το συνεχές ρεύμα, που ρέει σταθερά προς μία κατεύθυνση.
Αντώνυμα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
εναλλασσόμενο ρεύμα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ηλεκτρολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)