ενδαρτηρεκτομή

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ενδαρτηρεκτομή οι ενδαρτηρεκτομές
      γενική της ενδαρτηρεκτομής των ενδαρτηρεκτομών
    αιτιατική την ενδαρτηρεκτομή τις ενδαρτηρεκτομές
     κλητική ενδαρτηρεκτομή ενδαρτηρεκτομές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ενδαρτηρεκτομή < ενδ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ενδ- (νέα ελληνικά) + αρτηρία + εκτομή

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ημοτκερητραδνε

ενδαρτηρεκτομή θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ημοτκερητραδνε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ενδ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)