ενδοκομματικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ενδοκομματικός η ενδοκομματική το ενδοκομματικό
      γενική του ενδοκομματικού της ενδοκομματικής του ενδοκομματικού
    αιτιατική τον ενδοκομματικό την ενδοκομματική το ενδοκομματικό
     κλητική ενδοκομματικέ ενδοκομματική ενδοκομματικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ενδοκομματικοί οι ενδοκομματικές τα ενδοκομματικά
      γενική των ενδοκομματικών των ενδοκομματικών των ενδοκομματικών
    αιτιατική τους ενδοκομματικούς τις ενδοκομματικές τα ενδοκομματικά
     κλητική ενδοκομματικοί ενδοκομματικές ενδοκομματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ενδοκομματικός < ενδο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ενδο- (νέα ελληνικά) + κομματικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιταμμοκοδνε

ενδοκομματικός

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιταμμοκοδνε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ενδο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά