ενεργητική πυροπροστασία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η ενεργητική πυροπροστασία
      γενική της ενεργητικής πυροπροστασίας
    αιτιατική την ενεργητική πυροπροστασία
     κλητική ενεργητική πυροπροστασία
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Το σύστημα καταιονητήρων είναι ένα από τα μέσα ενεργητικής πυροπροστασίας που υπάρχουν στα κτίρια.

Ετυμολογία

ενεργητική πυροπροστασία < ενεργητική + πυροπροστασία

Προφορά

ΔΦΑ : /e.neɾ.ʝi.tiˈci pi.ɾo.pɾo.staˈsi.a/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αισατσορπορυπηκιτηγρενε

ενεργητική πυροπροστασία θηλυκό

Δείτε επίσης

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αισατσορπορυπηκιτηγρενε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)