ενεργητική πυροπροστασία
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ενεργητική πυροπροστασία | ||
| γενική | της | ενεργητικής πυροπροστασίας | ||
| αιτιατική | την | ενεργητική πυροπροστασία | ||
| κλητική | ενεργητική πυροπροστασία | |||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- ενεργητική πυροπροστασία < ενεργητική + πυροπροστασία
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αισατσορπορυπηκιτηγρενε
ενεργητική πυροπροστασία θηλυκό
- η προστασία ενός χώρου από εκδήλωση πυρκαγιάς, που σχετίζεται με εξοπλισμό που έχει σαν σκοπό να ανιχνεύσει και να εμποδίσει την επέκταση της φωτιάς, ή και να τη σβήσει πριν επεκταθεί, όπως λ.χ. το σύστημα ανιχνευτών καπνού, οι καταιονητήρες, οι πυροσβεστήρες, πυροσβεστικές φωλιές κ.τ.π.)
Δείτε επίσης
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αισατσορπορυπηκιτηγρενε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)