ενεχυροδανειστής

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ενεχυροδανειστής οι ενεχυροδανειστές
      γενική του ενεχυροδανειστή των ενεχυροδανειστών
    αιτιατική τον ενεχυροδανειστή τους ενεχυροδανειστές
     κλητική ενεχυροδανειστή ενεχυροδανειστές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ενεχυροδανειστής < ενέχυρο + -ο- + δανειστής

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητσιεναδορυχενε

ενεχυροδανειστής αρσενικό (θηλυκό: ενεχυροδανείστρια)

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητσιεναδορυχενε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)