εντατικολογικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εντατικολογικός η εντατικολογική το εντατικολογικό
      γενική του εντατικολογικού της εντατικολογικής του εντατικολογικού
    αιτιατική τον εντατικολογικό την εντατικολογική το εντατικολογικό
     κλητική εντατικολογικέ εντατικολογική εντατικολογικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εντατικολογικοί οι εντατικολογικές τα εντατικολογικά
      γενική των εντατικολογικών των εντατικολογικών των εντατικολογικών
    αιτιατική τους εντατικολογικούς τις εντατικολογικές τα εντατικολογικά
     κλητική εντατικολογικοί εντατικολογικές εντατικολογικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εντατικολογικός < εντατικολόγος + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγολοκιτατνε

εντατικολογικός, -ή, -ό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιγολοκιτατνε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά