εξακριβώσιμος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξακριβώσιμος η εξακριβώσιμη το εξακριβώσιμο
      γενική του εξακριβώσιμου της εξακριβώσιμης του εξακριβώσιμου
    αιτιατική τον εξακριβώσιμο την εξακριβώσιμη το εξακριβώσιμο
     κλητική εξακριβώσιμε εξακριβώσιμη εξακριβώσιμο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξακριβώσιμοι οι εξακριβώσιμες τα εξακριβώσιμα
      γενική των εξακριβώσιμων των εξακριβώσιμων των εξακριβώσιμων
    αιτιατική τους εξακριβώσιμους τις εξακριβώσιμες τα εξακριβώσιμα
     κλητική εξακριβώσιμοι εξακριβώσιμες εξακριβώσιμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εξακριβώσιμος μαρτυρείται από το 1888 στην καθαρεύουσα (ἐξακριβώσιμος)[1] < εξακρίβωσ(η) + -ιμοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιμος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομισωβιρκαξε

εξακριβώσιμος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. εξακριβώσιμος, σελ.376, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιμος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά