εξαμβλωματικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξαμβλωματικός η εξαμβλωματική το εξαμβλωματικό
      γενική του εξαμβλωματικού της εξαμβλωματικής του εξαμβλωματικού
    αιτιατική τον εξαμβλωματικό την εξαμβλωματική το εξαμβλωματικό
     κλητική εξαμβλωματικέ εξαμβλωματική εξαμβλωματικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξαμβλωματικοί οι εξαμβλωματικές τα εξαμβλωματικά
      γενική των εξαμβλωματικών των εξαμβλωματικών των εξαμβλωματικών
    αιτιατική τους εξαμβλωματικούς τις εξαμβλωματικές τα εξαμβλωματικά
     κλητική εξαμβλωματικοί εξαμβλωματικές εξαμβλωματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εξαμβλωματικός < εξάμβλωμα + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιταμωλβμαξε

εξαμβλωματικός, -ή, -ό

  1. (κυριολεκτικά) που μοιάζει με εξάμβλωμα
  2. (μεταφορικά) που τρομάζει με την εμφάνισή του

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιταμωλβμαξε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά