εξισορροπητική κερδοσκοπία
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- εξισορροπητική κερδοσκοπία < εξισορροπητικός + κερδοσκοπία
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιποκσοδρεκηκιτηπορροσιξε
εξισορροπητική κερδοσκοπία
- είναι η κερδοσκοπική τακτική με την οποία ένας διαπραγματευτής, επενδυτής ή έμπορας αγοράζει φτηνά από μία αγορά και πουλά ακριβά σε μιά δεύτερη, εκμεταλλεύοντας τις διακυμάνσεις της αγοράς από τόπο σε τόπο
- οι τιμές των διεθνώς εμπορευόμενων προϊόντων δεν μπορούν να αποκλίνουν λόγω εξισορροπητικής κερδοσκοπίας
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
εξισορροπητική κερδοσκοπία
|
|