εξορθολογιστικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξορθολογιστικός η εξορθολογιστική το εξορθολογιστικό
      γενική του εξορθολογιστικού της εξορθολογιστικής του εξορθολογιστικού
    αιτιατική τον εξορθολογιστικό την εξορθολογιστική το εξορθολογιστικό
     κλητική εξορθολογιστικέ εξορθολογιστική εξορθολογιστικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξορθολογιστικοί οι εξορθολογιστικές τα εξορθολογιστικά
      γενική των εξορθολογιστικών των εξορθολογιστικών των εξορθολογιστικών
    αιτιατική τους εξορθολογιστικούς τις εξορθολογιστικές τα εξορθολογιστικά
     κλητική εξορθολογιστικοί εξορθολογιστικές εξορθολογιστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εξορθολογιστικός < εξορθολογίζω + -ιστικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιστικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσιγολοθροξε

εξορθολογιστικός, -ή, -ό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτσιγολοθροξε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιστικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά