εξουδετέρωση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | εξουδετέρωση | οι | εξουδετερώσεις |
| γενική | της | εξουδετέρωσης* | των | εξουδετερώσεων |
| αιτιατική | την | εξουδετέρωση | τις | εξουδετερώσεις |
| κλητική | εξουδετέρωση | εξουδετερώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, εξουδετερώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- εξουδετέρωση < εξουδετερώνω + -σηΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησωρετεδυοξε
εξουδετέρωση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξουδετερώνω
- εξαφάνιση, περιορισμός, εκμηδένιση
- (χημεία)Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά) χημική κατεργασία που μετατρέπει κάποιο διάλυμα σε ουδέτερο
Μεταφράσεις
εξουδετέρωση
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)