εξουδετερωτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξουδετερωτικός η εξουδετερωτική το εξουδετερωτικό
      γενική του εξουδετερωτικού της εξουδετερωτικής του εξουδετερωτικού
    αιτιατική τον εξουδετερωτικό την εξουδετερωτική το εξουδετερωτικό
     κλητική εξουδετερωτικέ εξουδετερωτική εξουδετερωτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξουδετερωτικοί οι εξουδετερωτικές τα εξουδετερωτικά
      γενική των εξουδετερωτικών των εξουδετερωτικών των εξουδετερωτικών
    αιτιατική τους εξουδετερωτικούς τις εξουδετερωτικές τα εξουδετερωτικά
     κλητική εξουδετερωτικοί εξουδετερωτικές εξουδετερωτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

εξουδετερωτικός < εξουδετέρω(ση) + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

Προφορά

ΔΦΑ : /e.ksu.ðe.te.ɾo.tiˈkos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: εξουδετερωτικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτωρετεδυοξε

εξουδετερωτικός, -ή, -ό

  1. που συμβάλλει στην εξουδετέρωση
  2. αντισταθμιστικός

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτωρετεδυοξε
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά