εξωεδαφικότητα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- εξωεδαφικότητα < έξω + εδαφικότητα
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοκιφαδεωξε
εξωεδαφικότητα θηλυκό
- λέμε την εφαρμογή της νομοθεσίας ενός κράτους εκτός των συνόρων του ή του εδάφους του όπως προβλέπεται από το διεθνές δίκαιο
Μεταφράσεις
εξωεδαφικότητα