εξωυπηρεσιακώς
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- εξωυπηρεσιακώς < εξωυπηρεσιακός + -ώςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ώς (νέα ελληνικά)
ΕπίρρημαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σωκαισερηπυωξε
εξωυπηρεσιακώς
Αντώνυμα
Μεταφράσεις
εξωυπηρεσιακώς
|